Τμήμα Λογοθεραπείας

Γενικά

Στο Παιδιατρικό Κέντρο Αθηνών λειτουργεί τμήμα Λογοθεραπείας, όπου παρέχονται ολοκληρωμένες υπηρεσίες αξιολόγησης και θεραπείας στα παιδιά.

Οι γονείς μπορούν να απευθυνθούν στο τμήμα Λογοθεραπείας για τη διάγνωση των διαταραχών που αφορούν στην ομιλία, στο λόγο, στη φωνή και στις μαθησιακές δυσκολίες.

Υπάρχει συνεργασία με το Κέντρο Αντιμετώπισης Σχιστιών του Χείλους και της Υπερώας, για την αξιολόγηση και θεραπεία των παιδιών.

Επίσης, παρέχεται συμβουλευτική στους γονείς που αποσκοπεί στην ενημέρωση για τη φυσιολογική ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας.

 

Ιατρικές Υπηρεσίες

Το τμήμα Λογοθεραπείας του Παιδιατρικού Κέντρου Αθηνών υπάγεται στο Παιδιατρικό τμήμα, όπου στελεχώνεται και συνεργάζεται με έμπειρους παιδιάτρους και παιδο- ωτορινολαρυγγολόγους για τη διεπιστημονική αντιμετώπιση των διαταραχών.

Καλύπτεται ένα ευρύ φάσμα διαταραχών που αφορούν τις παθήσεις στα παιδιά και απαρτίζεται από έμπειρο λογοπεδικό.

Υπάρχει εμπειρία και εξειδίκευση, στη διάγνωση και θεραπεία διαταραχών ομιλίας σε σχιστίες της υπερώας, σε συνεργασία με το Κέντρο Αντιμετώπισης Σχιστιών του νοσοκομείου.

Αναπτυξιακή Λεκτική Δυσπραξία Διαβάστε περισσότερα

Η δυσπραξία είναι μία κινητική διαταραχή της ομιλίας, η οποία επηρεάζει το προγραμματισμό και το συντονισμό των διαδοχικών κινήσεων για τη παραγωγή της ομιλίας.

Είναι μία πάθηση του κεντρικού νευρικού συστήματος και το παιδί έχει αδυναμία να οργανώσει και να εκτελέσει τις αρθρωτικές κινήσεις για να βάλει στη σειρά και να παράγει ήχους, συλλαβές και λέξεις.

Σε ένα παιδί με δυσπραξία δεν υπάρχουν ενδείξεις για βλάβη στους μύες του αρθρωτικού μηχανισμού.

Αίτια

Τα αίτια αυτής της διαταραχής δεν έχουν αποσαφηνιστεί, ωστόσο φαίνεται να υπάρχει γενετικό και νευρολογικό υπόβαθρο. Η δυσπραξία παρατηρείται πιο συχνά στα αγόρια.

Στη βρεφική ηλικία, το παιδί κατά τη διάρκεια του «βαβίσματος» παράγει λίγες φωνούλες και αργεί να εκφέρει τις πρώτες λέξεις. Μπορεί να διαθέτει ένα περιορισμένο εύρος φθόγγων.

Βασικό χαρακτηριστικό είναι η αστάθεια και η ποικιλομορφία στα λάθη που κάνει, καθώς το παιδί μπορεί να παράγει μία λέξη σωστά σε ένα περιβάλλον και να τη παράγει λάθος σε άλλο περιβάλλον.

Το παιδί παρουσιάζει δυσκολία στη μίμηση λέξεων και φράσεων και στον αυθόρμητο λόγο όσο μεγαλώνει το μήκος των λέξεων, των φράσεων και των προτάσεων παρατηρούνται περισσότερα λάθη. Συχνά, παραποιούνται τα φωνήεντα και γίνονται αντικαταστάσεις και παραλείψεις φθόγγων. Η ομιλία του παιδιού είναι δυσκατάληπτη.

Άλλο χαρακτηριστικό είναι η δυσκολία στη διαδοχοκίνηση. Αν ζητήσουμε από το παιδί να επαναλάβει αλληλουχία συλλαβών π.χ. «πα – τα – κα» 3 φορές θα δυσκολευτεί πολύ.

Τέλος, μπορεί να επηρεαστούν τα προσωδιακά στοιχεία της ομιλίας και να υπάρχουν δυσκολίες με τον τόνο, το ρυθμό και τον επιτονισμό.

Μπορεί να συνυπάρχει και στοματική δυσπραξία, δηλαδή δυσκολία στην εκούσια οργάνωση των κινήσεων των αρθρωτών, ενώ η αυτοποιημένη – ακούσια κίνηση είναι φυσιολογική.

Για παράδειγμα, μπορεί ακούσια να χαμογελάσει , αλλά όταν το ζητήσουμε να το κάνει εκούσια μπορεί να μη τα καταφέρει ή αν ζητήσουμε από το παιδί να κουνήσει τη γλώσσα πάνω κάτω, δυσκολεύεται να αντιγράψει τις κινήσεις των οργάνων του στόματος.

Επίσης, μπορεί να συνυπάρχει δυσκολία κινητικού συντονισμού. Μπορεί να παρατηρηθεί ιστορικό προβλημάτων λόγου και ομιλίας, καθυστερημένη γλωσσική ανάπτυξη, καθώς και δυσκολίες στην ανάγνωση και στη γραφή.

Διάγνωση

Στην αξιολόγηση παίρνουμε ένα λεπτομερές ιστορικό και δίνουμε έμφαση σε ερωτήσεις για το προγεννητικό και περιγεννητικό ιστορικό, για τη πρώιμη ανάπτυξη της ομιλίας και το βάβισμα, για πιθανές δυσκολίες στη λήψη τροφής, σιελόρροια, καθώς και για τις στοματοκινητικές δεξιότητες του παιδιού.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε εάν η ακοή του παιδιού είναι φυσιολογική και ποια είναι η γενική κινητική και γλωσσική του ανάπτυξη .

Ελέγχουμε τις εκούσιες, μη λεκτικές - στοματοκινητικές δεξιότητες του παιδιού και αξιολογούμε τη διαδοχοκίνηση και την αλληλουχία των κινήσεων μη λεκτικά, αλλά και λεκτικά και εξετάζουμε κατά πόσο το παιδί μπορεί να επαναλάβει ήχους και συλλαβές με μέγιστη ταχύτητα διατύπωσης.

Όσον αφορά στην αξιολόγηση της εκφοράς τους λόγου γίνεται σε πολλά επίπεδα: μεμονωμένος ήχος, συλλαβή, μία λέξη, φράση – πρόταση, αυθόρμητος λόγος.

Χρησιμοποιούμε το φωνολογικό τεστ για να αναλύσουμε τη φωνολογία και την άρθρωση του παιδιού. Αξιολογούμε τη προσωδία, τη φωνή και τις δεξιότητες φωνολογικής επίγνωσης σε μεγαλύτερα παιδιά.

Θεραπεία

Η λογοθεραπευτική παρέμβαση στη δυσπραξία περιλαμβάνει τις στοματοκινητικές ασκήσεις και στη συνέχεια η θεραπεία γίνεται στο επίπεδο μεμονωμένου ήχου και ακολουθούν αλληλουχίες φθόγγων.

Η θεραπεία προχωράει στο επίπεδο της λέξης, με απλή συλλαβική δομή, μετά πολυσύλλαβες λέξεις και λέξεις με συμφωνικά συμπλέγματα.

Στόχος μας είναι το παιδί να μπορεί να εκφέρει σωστά τις λέξεις στο επίπεδο της φράσης, της πρότασης και στο συνεκτικό λόγο.

Τα παιδιά με δυσπραξία χρειάζονται εντατική θεραπεία και εδραιώνουν τις νέες δεξιότητες με συνεχή επανάληψη.

Συνήθως παρουσιάζουν αργή εξέλιξη στη θεραπεία και έχουν δυσκολίες να γενικεύσουν στον αυθόρμητο λόγο τη σωστή παραγωγή των φθόγγων. 

Αυτισμός Διαβάστε περισσότερα

Οι Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές είναι μία ομάδα από νευροψυχιατρικές διαταραχές. Το κεντρικό πρόβλημα είναι μία τριάδα διαταραχών που επηρεάζουν την κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία και τη φαντασία.

Η συχνότητα εμφάνισης του αυτισμού υπολογίζεται περίπου σε 2-5 περιπτώσεις στα 10.000 παιδιά. Σε σχέση με το φύλο, τα αγόρια εμφανίζουν συχνότερα τη διαταραχή συγκριτικά με τα κορίτσια, με αναλογία περίπου 3 - 5 προς 1.

Η σοβαρότητα της διαταραχής είναι μεγαλύτερη στα κορίτσια.

Αίτια

Μέχρι στιγμής δεν έχουν εξακριβωθεί τα ακριβή αίτια του αυτισμού. Στις προηγούμενες δεκαετίες, θεωρούσαν ως αιτία του αυτισμού τους περιβαλλοντικούς και ψυχογενείς παράγοντες.

Νεώτερες έρευνες αποδίδουν τα αίτια του αυτισμού σε γενετικούς και οργανικούς παράγοντες.

Συμπτώματα

Σύμφωνα με το DSM-IV (1994), η τυπική κλινική εικόνα του αυτισμού περιλαμβάνει:

Διαταραχή στην κοινωνική συμπεριφορά: Κύριο χαρακτηριστικό του αυτισμού είναι η απόσυρση και η απομόνωση, καθώς τα παιδιά εκδηλώνουν αδιαφορία να συνάψουν φιλικές σχέσεις με συνομηλίκους.

Παρατηρείται σημαντική έκπτωση στην εξωλεκτική συμπεριφορά (π.χ. δε κάνει βλεμματική επαφή). Αδυνατεί να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα του αλλά και να κατανοήσει τη συναισθηματική διάθεση των άλλων.

Διαταραχή σε επικοινωνία – λόγο: Το παιδί δυσκολεύεται στη γλωσσική κατανόηση και έκφραση και σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει πλήρης απουσία λόγου.

Επίσης, χαρακτηριστικό του αυτισμού είναι η ηχολαλία και η αναφορά στον εαυτό τους στο τρίτο πρόσωπο «Ο Κώστας θέλει παγωτό».

Έχουν κυριολεκτική κατανόηση του λόγου, για παράδειγμα δεν αντιλαμβάνονται την ειρωνεία και δε χρησιμοποιούν τη γλώσσα ανάλογα με τις κοινωνικές περιστάσεις.

Επιπλέον, δυσκολεύονται να ξεκινήσουν, να παραμείνουν και να τερματίσουν κατάλληλα ένα θέμα συζήτησης.

Τέλος, το παιδί αδυνατεί να κάνει συμβολικό παιχνίδι και ο τρόπος που παίζει χαρακτηρίζεται από έλλειψη φαντασίας και στερεοτυπία (κουνάει τα αυτοκίνητα μπρος πίσω ή τα βάζει στη σειρά).

Περιορισμένα ενδιαφέροντα και στερεότυπη συμπεριφορά: Τα αυτιστικά παιδιά μπορεί να έχουν εμμονή με συγκεκριμένα αντικείμενα, τους αρέσουν παιχνίδια που περιστρέφονται και έχουν τάση να προσέχουν ασήμαντες λεπτομέρειες, για παράδειγμα, δεν προσέχει το αυτοκίνητο αλλά τη ρόδα.

Στερεοτυπικές δραστηριότητες που περιλαμβάνουν ρουτίνες εμφανίζονται συχνά και οποιαδήποτε αλλαγή μπορεί να τα διαταράξει. Τέλος, παρατηρούνται ιδιόρρυθμες και επαναληπτικές κινήσεις όπως είναι το χτύπημα των χεριών και των δακτύλων.

Διάγνωση

Η διάγνωση του αυτισμού μπορεί να γίνει πριν από την ηλικία των 3 ετών και διενεργείται από διεπιστημονική ομάδα, που περιλαμβάνει παιδοψυχίατρο, αναπτυξιολόγο, ψυχολόγο και λογοπεδικό.

Ο αυτισμός επηρεάζει τη λειτουργικότητα του ατόμου και εκδηλώνεται κατά τα πρώτα έτη της ζωής (2,5 - 3 έτη). Υπάρχουν όμως αρχικές ενδείξεις ακόμη και από τη βρεφική ηλικία.

Η διάγνωση βασίζεται στη λήψη λεπτομερούς ιστορικού, δίνοντας έμφαση στο αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού και στα ανησυχητικά συμπτώματα που εντοπίζουν οι γονείς.

Στη συνέχεια, η διάγνωση συνίσταται στη κλινική παρατήρηση βάσει των χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς του παιδιού. Επιπλέον, χορηγούνται σταθμισμένα διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμηση της νοητικής ικανότητας και των δεξιοτήτων του παιδιού.

Σημαντικό είναι να γίνει διαφοροδιάγνωση του αυτισμού από άλλες διαταραχές, όπως είναι η σχιζοφρένεια, η νοητική καθυστέρηση, η ειδική γλωσσική διαταραχή, η καθυστέρηση λόγου λόγω περιβαλλοντικής στέρησης, παραμέλησης ή κακοποίησης και η κώφωση.

Ο αυτισμός όμως μπορεί να συνυπάρχει με άλλες διαταραχές.

Θεραπεία

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει έγκαιρα και να είναι εντατική. Καθοριστικής σημασίας θεωρείται η συμμετοχή της οικογένειας στη θεραπευτική διαδικασία.

Η θεραπεία αποσκοπεί στην ανάπτυξη των δεξιοτήτων του παιδιού και είναι διεπιστημονική, καθώς απαιτείται λογοθεραπεία, εργοθεραπεία και συμβουλευτική στους γονείς.

Οι γενικοί στόχοι της λογοθεραπείας σε ένα παιδί με αυτισμό είναι οι εξής:

  • Ανάπτυξη των κοινωνικών δεξιοτήτων και αλληλεπίδραση με άλλα παιδιά,
  • Ενίσχυση βλεμματικής επαφής και εναλλαγής σειράς,
  • Βελτίωση της εξωλεκτικής επικοινωνίας, όπως η γλώσσα του σώματος και οι εκφράσεις προσώπου,
  • Ανάπτυξη συμβολικού παιχνιδιού,
  • Βελτίωση της γλωσσικής κατανόησης και έκφρασης,
  • Κατανόηση και έκφραση των συναισθημάτων και των σκέψεων,
  • Περιορισμός στερεοτυπικών συμπεριφορών του παιδιού,
  • Ενίσχυση του αυθόρμητου διαλόγου και δεξιοτήτων συζήτησης,
  • Κατάλληλη χρήση της γλώσσας ανάλογα με τις κοινωνικές περιστάσεις,
  • Κατανόηση του χιούμορ, των υπονοουμένων, των μεταφορών,
  • Γενίκευση των δεξιοτήτων που έχει διδαχθεί το παιδί, στη κοινωνική πραγματικότητα,
  • Χρήση εναλλακτικών συστημάτων επικοινωνίας σε παιδιά μη λεκτικά.
Βαρηκοΐα Διαβάστε περισσότερα

Βαρηκοΐα είναι η μείωση της ακοής, η οποία οφείλεται σε διάφορες παθήσεις του ωτός.

Μπορεί να είναι μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη και ανάλογα με το βαθμό διακρίνεται σε ελαφρά, μετρίου βαθμού, μεγάλου βαθμού και βαριάς μορφής βαρηκοΐα.

Υπάρχουν τέσσερεις τύποι βαρηκοΐας, ανάλογα με το ανατομικό στοιχείο του αυτιού που προσβάλλεται: η βαρηκοΐα αγωγιμότητας, η νευροαισθητήρια βαρηκοΐα, η μικτή και η κεντρική βαρηκοΐα.

Μπορεί να είναι κληρονομική, δηλαδή να οφείλεται σε γενετικά αίτια, να είναι επίκτητη όπως λόγω λοιμώξεων, ηχητικών τραυματισμών, περιγεννητικών τραυματισμών, χρήση ωτοτοξικών φαρμάκων ή μπορεί να είναι αγνώστου αιτιολογίας.

Στατιστικά περίπου 1 στα 1.000 νεογνά παρουσιάζει βαρηκοΐα, ενώ στη χώρα μας 100 από τα 100.000 νεογνά που γεννιούνται το χρόνο είναι βαρήκοα.

Σημαντικό ρόλο παίζουν για την εξέλιξη του λόγου και της ομιλίας των βαρήκοων παιδιών ο βαθμός και η ηλικία έναρξης της βαρηκοΐας, δηλαδή αν η βαρηκοΐα είναι προγλωσσική, πριν την ηλικία των 3 ετών, ή μεταγλωσσική, δηλαδή μετά την ανάπτυξη του λόγου .

Άλλοι παράγοντες που επιδρούν είναι η έγκαιρη διάγνωση, η ηλικία τοποθέτησης του ακουστικού, ο χρόνος έναρξης της λογοθεραπευτικής παρέμβασης, η προσωπικότητα και το νοητικό δυναμικό παιδιού, καθώς και η υποστήριξη και η στάση οικογενειακού περιβάλλοντος.

Τα παιδιά με βαρηκοΐα μπορεί να έχουν γλωσσική καθυστέρηση και δυσκολία στην κατανόηση του λόγου. Όσον αφορά στη γλωσσική έκφραση έχουν φτωχό λεξιλόγιο, χρησιμοποιούν απλές προτάσεις, πολλές φορές με ακατάλληλη δομή. Δυσκολεύονται να κατανοήσουν και να εκφράσουν προτάσεις με σύνθετη συντακτική δομή (π.χ. παθητική φωνή).

Σε επίπεδο γραμματικής, παραλείπουν ή κάνουν λάθη σε άρθρα, αντωνυμίες, γένη, αριθμούς, πρόσωπα ρημάτων, χρόνους και κάνουν περιορισμένη χρήση των ερωτήσεων.

Τα παιδιά με βαρηκοΐα κάνουν αρθρωτικά λάθη. Για παράδειγμα, ένα παιδί που παρουσιάζει βαρηκοΐα στις υψηλές συχνότητες θα έχει δυσκολία με τους συριστικούς φθόγγους π.χ. /s,z/.

Στα βαρήκοα παιδιά παρατηρείται αργός ρυθμός ομιλίας, μπορεί να έχουν δυσκολία να ελέγξουν την ένταση και το τόνο της φωνής τους, καθώς και δυσκολία στο συγχρονισμό αναπνοής και φώνησης.

Τέλος, συχνά παρουσιάζουν προβλήματα συγκέντρωσης και μπορεί να εμφανίσουν μαθησιακά προβλήματα, π.χ. δυσκολία στην ανάγνωση και στη γραφή.

Διάγνωση

Για τη διάγνωση της βαρηκοΐας, γίνεται πλήρης ακοολογικός έλεγχος από τον ωτορινολαρυγγολόγο.

Η διαδικασία της λογοθεραπευτικής αξιολόγησης ξεκινάει με τη λήψη ιστορικού, το οποίο περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με το προγεννητικό και περιγεννητικό ιστορικό του παιδιού, το τύπο και το βαθμό της βαρηκοΐας και τη χρήση του ακουστικού βοηθήματος.

Ελέγχονται διεξοδικά οι ακουστικές δεξιότητες του παιδιού, δηλαδή η ικανότητά του να εντοπίζει, να διακρίνει, να αναγνωρίζει και να κατανοεί ήχους και λέξεις. Χρησιμοποιείται το τεστ Ling, όπου ο ειδικός προφέρει έξι ήχους /m/, /a/, /u/, /i/, /sh/, /s/, οι οποίοι καλύπτουν τις περισσότερες συχνότητες των ήχων της ομιλίας.

Είναι πολύ σημαντικό να εκτιμηθούν οι προγλωσσικές δεξιότητες, όπως η βλεμματική επαφή.

Αξιολογούνται η γλωσσική κατανόηση και η έκφραση του παιδιού σε όλους τους τομείς της γλώσσας, όπως η φωνολογία, η μορφολογία, η σύνταξη, η σημασιολογία και τα πραγματολογικά στοιχεία του λόγου.

Βασικοί παράμετροι της αξιολόγησης είναι η εξέταση της προσωδίας, της αναπνοής και της φωνής του παιδιού.

Θεραπεία

Η ακουστική εκπαίδευση είναι ιεραρχική και περιλαμβάνει τον εντοπισμό, την αναγνώριση, τη διάκριση και κατανόηση του ήχου.

Η λογοθεραπευτική παρέμβαση συνίσταται στη κατάκτηση των φωνηέντων και των συμφώνων και γίνεται θεραπεία στη φώνηση, στη αναπνοή και στη προσωδία.

Η ανάπτυξη της επικοινωνίας και της γλωσσικής ικανότητας αποτελεί πρωταρχικό μας στόχο και για το λόγο αυτό στοχεύουμε στην ανάπτυξη της κατανόησης και της γλωσσικής έκφρασης.

Η διεπιστημονική ομάδα είναι απαραίτητη στην αποκατάσταση της βαρηκοΐας και ο λογοθεραπευτής συνεργάζεται με τον ωτορινολαρυγγολόγο, με το σχολείο και την οικογένεια. 

Διαταραχές λόγου – Καθυστέρηση Λόγου Διαβάστε περισσότερα

Ένα παιδί έχει καθυστέρηση λόγου, όταν η γλώσσα που χρησιμοποιεί δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο της χρονολογικής του ηλικίας, αλλά θεωρείται φυσιολογική σε ένα κατώτερο αναπτυξιακό στάδιο.

Ο λόγος και η ομιλία του παιδιού αναπτύσσονται με τη σωστή σειρά, αλλά με πιο αργό ρυθμό. Η διαταραχή του λόγου αναφέρεται στη χρήση της γλώσσας, η οποία δεν ακολουθεί τα στάδια φυσιολογικής γλωσσικής ανάπτυξης.

Για την ανάπτυξη του λόγου του παιδιού, είναι απαραίτητες οι προγλωσσικές δεξιότητες, οι οποίες αφορούν την καλή βλεμματική επαφή του παιδιού, την εναλλαγή σειράς, τη μίμηση, την προσοχή και τη συγκέντρωση.

Αίτια

Διάφοροι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη του λόγου στα παιδιά.

Οργανικοί παράγοντες, όπως ο αυτισμός, η νοητική καθυστέρηση, οι νευρολογικές παθήσεις, η βαρηκοΐα εξαιτίας της έλλειψης ακουστικών ερεθισμάτων και οι σχιστίες που παρεμβαίνουν στο φυσιολογικό βάβισμα, είναι παράγοντες που μπορεί να είναι υπεύθυνοι για την καθυστέρηση λόγου.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες, όπως η διγλωσσία και η έλλειψη ερεθισμάτων στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού μπορούν να επηρεάσουν τη γλωσσική του ανάπτυξη.

Συναισθηματικοί παράγοντες, όπως η συναισθηματική ανωριμότητα του παιδιού μπορεί να επηρεάσουν την ανάπτυξη του λόγου, καθώς τα παιδιά αποφεύγουν την επικοινωνία και δεν εκτίθενται σε καταστάσεις κοινωνικής αλληλεπίδρασης και πρόσληψης γλωσσικών ερεθισμάτων.

Διάγνωση

Ένα κατάλληλο πρόγραμμα θεραπευτικής παρέμβασης στηρίζεται στη σωστή διάγνωση. Η αξιολόγηση προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο και τις ανάγκες του κάθε παιδιού. Η αξιολόγηση γίνεται στους τομείς της γλώσσας όπου το παιδί μπορεί να εμφανίσει δυσκολία.

Πιο συγκεκριμένα, αξιολογούνται οι προγλωσσικές δεξιότητες του παιδιού, το παιχνίδι, η κατανόηση, η έκφραση, η συντακτική δομή της πρότασης, τα μορφολογικά στοιχεία του λόγου, η άρθρωση, η φωνολογία, η σημασιολογία, η πραγματολογία, οι γνωστικές ικανότητες και αν χρειαστεί αξιολογούμε τη φωνή.

Η αξιολόγηση μπορεί να διεξαχθεί τυπικά με τη χρήση σταθμισμένων δοκιμασιών ή άτυπα μέσω της παρατήρησης και του παιχνιδιού.

Θεραπεία

Το πρόγραμμα αποκατάστασης είναι εξατομικευμένο για το κάθε παιδί. Οι βραχυπρόθεσμοι και οι μακροπρόθεσμοι στόχοι καθορίζονται βάσει της αξιολόγησης.

Οι προγλωσσικές δεξιότητες είναι βασικές για την ανάπτυξη του λόγου, οπότε ο λογοθεραπευτής αν χρειαστεί αρχικά δουλεύει τη βλεμματική επαφή, την προσοχή, τη συγκέντρωση και το παιχνίδι.

Μέσω του παιχνιδιού, η μάθηση γίνεται ευκολότερη, καθώς εμπλουτίζεται το λεξιλόγιο του παιδιού και γίνεται εκμάθηση νέων εννοιών.

Είναι πολύ σημαντικό ο λογοθεραπευτής, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε παιδιού, να δουλέψει τους τομείς της γλώσσας, στο επίπεδο της κατανόησης και της έκφρασης.

Γενικά παρατηρείται, ότι όσο πιο έγκαιρα ξεκινήσει το παιδί την παρέμβαση τόσο μεγαλύτερη βελτίωση θα παρουσιάσει.

Ο λογοθεραπευτής πρέπει να συνεργάζεται με τους επαγγελματίες που ασχολούνται με το παιδί και με το σχολείο του, ώστε να μπορούν να επιτευχθούν από κοινού οι στόχοι.

Όταν ένα παιδί παρουσιάζει καθυστέρηση λόγου είναι σημαντικό να γίνεται παραπομπή σε ΩΡΛ για να γίνει έλεγχος ακοής.

Σημαντικό ρόλο παίζει η συνεργασία με τους γονείς, καθώς η οικογένεια πρέπει να θεωρηθεί ως μέλος της διεπιστημονικής ομάδας.

Δυσφωνίες Διαβάστε περισσότερα

Οι δυσφωνίες είναι οι διαταραχές φωνής λόγω παθήσεων του λάρυγγα. Οι δυσφωνίες παρατηρούνται στη σχολική ηλικία σε ποσοστό 5% - 40%.

Τα αγόρια είναι πιο επιρρεπή σε σχέση με τα κορίτσια στις παθήσεις της φωνής.

Οι δυσφωνίες στα παιδιά μπορεί να είναι συγγενείς ή επίκτητες, όπως σε περιπτώσεις λαρυγγικού ιστού, κύστεις των φωνητικών χορδών, θηλωμάτων του λάρυγγα και πολυπόδων.

Αίτια

Η συχνότερη αιτία δυσφωνιών στα παιδιά είναι τα φωνητικά οζίδια και ως πιθανότερα αίτια αναφέρονται η φωνητική κατάχρηση και το τραύμα.

Συμπτώματα

Τα κύρια συμπτώματα φωνής μπορεί να είναι η βραχνάδα, η τραχύτητα και η πιεσμένη φωνή. Μπορεί να επηρεαστούν η ένταση και το ύψος της φωνής.

Διάγνωση

Μία λεπτομερής και ακριβής αξιολόγηση περιλαμβάνει αρχικά την εξέταση του λάρυγγα με άκαμπτο ή εύκαμπτο ενδοσκόπιο από τον ωτορινολαρυγγολόγο.

Δίνεται στους γονείς να συμπληρώσουν ένα ιστορικό φωνής για το παιδί τους, το οποίο περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με τη διάγνωση και τη πορεία του φωνητικού προβλήματος, τη σταδιακή ή ξαφνική έναρξη του, τα συμπτώματα της δυσφωνίας π.χ. βραχνάδα και αν το παιδί νιώθει δυσχέρειες στο λαιμό.

Σημαντικές πληροφορίες είναι αν μεταβάλλεται η ποιότητα της φωνής κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Επίσης, περιλαμβάνει ερωτήσεις για το ιατρικό ιστορικό του παιδιού, π.χ. αλλεργίες, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και πληροφορίες για τυχόν φαρμακευτική αγωγή.

Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τον τρόπο χρήση της φωνής, δηλαδή εάν το παιδί μιλάει πολύ και έντονα, τους περιβαλλοντικούς παράγοντες που μπορεί να επηρεάζουν τη φωνή όπως είναι το θορυβώδες περιβάλλον και να αποκτήσουμε πληροφορίες σχετικά με την υγιεινή της φωνής π.χ. ημερήσια κατανάλωση νερού .

Η λογοθεραπευτική αξιολόγηση συνίσταται στη χρήση αντικειμενικών μετρήσεων φωνής και στην ακουστική αντίληψη του λογοθεραπευτή.

Η συλλογή του φωνητικού δείγματος μπορεί να γίνει με την παρατήρηση της φωνής του παιδιού από το λογοθεραπευτή, με την παραγωγή κάποιου φωνήεντος (π.χ. μέγιστος χρόνος φώνησης /α/), με την εκφορά μίας πρότασης, με την ανάγνωση ενός κειμένου και με την αυθόρμητη ομιλία.

Στην αξιολόγηση ελέγχουμε την αναπνευστική υποστήριξη και τον έλεγχο αναπνοής, την ποιότητα της φωνής, π.χ. βραχνάδα, τραχύτητα, πιεσμένη φωνή, την αντήχηση, την ένταση, το ύψος και το φωνητικό εύρος.

Άλλοι σημαντικοί παράγοντες κατά τη διάρκεια της υποκειμενικής αξιολόγησης της φωνής είναι η στάση του σώματος κατά τη φώνηση, η μυϊκή ένταση, ο ρυθμός της ομιλίας και η άρθρωση.

Σημαντικό είναι να προσδιοριστούν οι πιθανές επιπτώσεις που μπορεί να έχει η δυσφωνία στη ψυχολογία του παιδιού και οι επιδράσεις στη καθημερινή του ζωή.

Θεραπεία

Η θεραπεία της φωνής περιλαμβάνει διάφορες τεχνικές με σκοπό την αλλαγή των φωνητικών συμπεριφορών και στις περισσότερες περιπτώσεις γίνεται ένα συνδυασμός έμμεσων και άμεσων θεραπευτικών τεχνικών.

Η θεραπεία φωνής στοχεύει στη τροποποίηση των παραγόντων που θεωρούνται βλαπτικοί για τη φωνή, ώστε να βελτιωθεί η ποιότητα της.

Είναι πρωταρχικής σημασίας το παιδί να εκπαιδευτεί και να εξασκηθεί στην υγιεινή της φωνής, το οποίο αποτελεί τη βάση για μία επιτυχημένη θεραπεία.

Οι αναπνευστικές ασκήσεις, η χαλάρωση, η τροποποίηση της στάσης του σώματος και οι φωνητικές ασκήσεις, έχουν ως στόχο να τροποποιήσουν το λανθασμένο τρόπο φώνησης και να υιοθετήσουν μία αποτελεσματική παραγωγή φωνής.

Ειδική Γλωσσική Διαταραχή Διαβάστε περισσότερα

Η Ειδική Γλωσσική Διαταραχή (ΕΓΔ) περιγράφει μία σημαντική απόκλιση ή καθυστέρηση στην ανάπτυξη των γλωσσικών και αντιληπτικών ικανοτήτων του παιδιού, το οποίο δυσκολεύεται να κατανοήσει αλλά και να εκφέρει το λόγο.

Η διαταραχή αυτή συναντάται στο 7% των παιδιών και παρατηρείται πιο συχνά στα αγόρια, με αναλογία 3 – 4 προς 1 μεταξύ αγοριών και κοριτσιών.

Αίτια

Τα αίτια της διαταραχής δεν είναι γνωστά. Ο όρος όμως αυτός αναφέρεται σε παιδιά στα οποία η γλωσσική τους ανάπτυξη είναι σημαντικά κάτω της χρονολογικής τους ηλικίας, χωρίς να υπάρχει κάποια εμφανής αιτιολογία.

Νευρολογικές παθήσεις, βλάβες αισθητηρίων οργάνων, γνωστικά ελλείμματα, ανωμαλίες του μηχανισμού άρθρωσης, καθώς και συναισθηματικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ΔΕΝ ενοχοποιούνται για την εμφάνιση της Ειδικής Γλωσσικής Διαταραχής.

Συμπτώματα

Το πρώτο σύμπτωμα είναι η καθυστέρηση του λόγου και της ομιλίας, καθώς τα παιδιά παρουσιάζουν ένα ιδιαίτερα αργό ρυθμό γλωσσικής ανάπτυξης.

Εμφανίζουν δυσκολία στη κατανόηση εντολών, στο συμβολικό και δημιουργικό παιχνίδι.

Έχουν φτωχό κινητικό συντονισμό και μειωμένο εύρος προσοχής.

Τα χαρακτηριστικά της διαταραχής στο λόγο είναι τα εξής:

Φωνολογία: απλοποιήσεις και αντικαταστάσεις φθόγγων, δυσκατάληπτη ομιλία,

Μορφολογία: απλοποιημένη δομή προτάσεων, λανθασμένη χρήση άρθρων, καταλήξεων, πτώσεων, χρόνων,

Σημασιολογία: φτωχό λεξιλόγιο, δυσκολία στη κατάκτηση αφηρημένων εννοιών, στην ανάκληση λέξεων, φτωχή δεξιότητα αφήγησης,

Πραγματολογία: δυσκολία στη κατανόηση της μεταφοράς, της ειρωνείας. Δυσκολία στη χρήση του λόγου ανάλογα με τις κοινωνικές περιστάσεις.

Στο σχολείο τα μαθησιακά ελλείμματα εντοπίζονται στο προφορικό και γραπτό λόγο, στην ανάγνωση, στην οργάνωση της μελέτης και στη συγκέντρωση. Οι σχολικές επιδόσεις των παιδιών είναι χαμηλές, ενώ έχουν φυσιολογική νοημοσύνη.

Η δυσκολία που έχουν στη γλωσσική δυσκολία μπορεί να τα οδηγήσει στη κοινωνική απομόνωση, στην ανώριμη συμπεριφορά και στη χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ΕΓΔ είναι μία πολύπλοκη διαδικασία και απαιτεί διεπιστημονική αξιολόγηση. Πέρα από την αξιολόγηση των γλωσσικών ικανοτήτων, πρέπει να διερευνηθούν η νοητική και κινητική ικανότητα, η συναισθηματική κατάσταση του παιδιού και να αποκλειστούν διαταραχές όπως η βαρηκοΐα, η νοητική καθυστέρηση και οι νευρολογικές παθήσεις.

Η λογοπεδική αξιολόγηση ξεκινάει με τη λήψη του ιστορικού και τη συλλογή πληροφοριών από το αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού. Η διάγνωση περιλαμβάνει την άτυπη αξιολόγηση, όπου γίνεται μέσω του παιχνιδιού και της παρατήρησης και τη τυπική αξιολόγηση όπου χρησιμοποιούνται σταθμισμένα διαγνωστικά εργαλεία.

Ο λογοπεδικός εξετάζει την άρθρωση, τη κατανόηση, το λεξιλόγιο, τη γραμματική, τη σύνταξη, τη σωστή χρήση του λόγου, το συμβολικό παιχνίδι και τις ψυχογλωσσολογικές ικανότητες, όπως η μνήμη.

Θεραπεία

Η διάγνωση και η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσουν όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα. Απαιτείται και στη θεραπεία διεπιστημονική αξιολόγηση.

Η εξατομικευμένη θεραπεία του παιδιού πρέπει να εστιάζει στις ειδικές δυσκολίες που παρουσιάζει στα διάφορα επίπεδα του λόγου.

Οι διαταραχές αυτές εάν δεν αντιμετωπιστούν έγκαιρα, μπορεί να οδηγήσουν σε μαθησιακές δυσκολίες και να αναπτυχθούν συναισθηματικές διαταραχές.

Τα περισσότερα παιδιά βελτιώνονται με τη συστηματική θεραπεία, παρόλο που υπάρχει η πιθανότητα να παραμείνουν κάποια ελλείμματα.

Ρόλο παίζει το είδος της διαταραχής και ο βαθμός δυσκολιών του παιδιού.

Μαθησιακές δυσκολίες – Δυσλεξία Διαβάστε περισσότερα

Η δυσλεξία είναι μία ειδική μαθησιακή δυσκολία και είναι μία δυσχέρεια στην επεξεργασία του γραπτού λόγου. Ο μαθητής δυσκολεύεται στην ανάγνωση, στη γραφή και στην ορθογραφία.

Η δυσλεξία παρατηρείται κυρίως στα αγόρια.

Αίτια

Μπορεί να υπάρχει κληρονομική προδιάθεση και οργανική αιτία, όπου επηρεάζονται οι λειτουργίες της μάθησης.

Η δυσλεξία δεν οφείλεται σε νευρολογική, αισθητηριακή βλάβη και σε χαμηλό νοητικό δυναμικό.

Επίσης, δεν οφείλεται σε ψυχολογικά προβλήματα και συναισθηματικές διαταραχές , καθώς και σε δυσμενείς περιβαλλοντολογικές συνθήκες.

Η δυσλεξία όμως μπορεί να συνυπάρχει με αυτές τις διαταραχές.

Η δυσλεξία εμφανίζεται όταν το παιδί αρχίζει να διαβάζει και να γράφει και εκδηλώνεται συνήθως στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.

Υπάρχουν όμως ενδείξεις στη προσχολική ηλικία, όπως σε παιδιά με γλωσσική καθυστέρηση και αργή εξέλιξη στην ομιλία, παιδιά που μαθαίνουν δύσκολα και με χαμηλές δεξιότητες φωνολογικής ενημερότητας.

Άλλοι παράγοντες είναι η δυσκολία στο κινητικό συντονισμό, η διάσπαση προσοχής, η δυσκολία προσανατολισμού και οι δυσκολίες στη μνήμη (π.χ. δε θυμούνται ποιήματα, τραγούδια, ονόματα φίλων, δασκάλας).

Συμπτώματα

Τα συμπτώματα της δυσλεξίας είναι τα εξής:

Ανάγνωση: παρατηρείται αργή, συλλαβιστή, χωρίς ευχέρεια και νόημα ανάγνωση. Τα παιδιά μπορεί να υπερπηδούν μία ολόκληρη γραμμή κατά την ανάγνωση και δυσκολεύονται στη κατανόηση του κειμένου.

Στην ανάγνωση και στη γραφή παρατηρούνται παραλείψεις, αντικαταστάσεις, αντιμεταθέσεις και προσθήκες γραμμάτων, συλλαβών ή λέξεων.

Γραφή: παρατηρούνται αρκετά ορθογραφικά λάθη και δυσκολεύονται να αυτοματοποιήσουν τους γραμματικούς κανόνες.

Χαρακτηριστικό είναι η καθρεπτική γραφή π.χ. «νάτο» αντί «όταν». Στο γραπτό του παιδιού υπάρχουν πολλά κενά ή απουσιάζουν τα διαστήματα μεταξύ των λέξεων , τα κεφαλαία και τα σημεία στίξης.

Τα παιδιά κάνουν πολλές μουντζούρες και υπάρχει κακός γραφικός χαρακτήρας. Δυσκολεύονται να αντιγράψουν σωστά λέξεις και προτάσεις.

Τα παιδιά με δυσλεξία παρουσιάζουν δυσκολία στη επεξεργασία των ερεθισμάτων, στον προσανατολισμό, στην αντίληψη της αλληλουχίας, στη συγκέντρωση και στην προσοχή.

Δυσκολεύονται να οργανώσουν τη μελέτη και να τηρήσουν ένα πρόγραμμα.

Μπορεί να έχουν δυσκολία στη βραχύχρονη, στην οπτική και στην ακουστική μνήμη, στην ανάκληση πληροφοριών και στη φωνολογική ενημερότητα.

Μπορεί να εκφράζονται λακωνικά και να κάνουν σημασιολογικά λάθη. Είναι πιθανόν να έχουν δυσαριθμησία, δηλαδή δυσκολία στην αριθμητική.

Διάγνωση

Η διάγνωση γίνεται από διεπιστημονική ομάδα που απαρτίζεται από λογοπεδικό, ειδικό παιδαγωγό και ψυχολόγο. Χορηγούνται σταθμισμένα και μη τεστ, για την εκτίμηση της σχολικής επίδοσης του παιδιού.

Αξιολογούνται η ανάγνωση, η γραφή, η ορθογραφία, η κατανόηση του κειμένου, το λεξιλόγιο και η αριθμητική.

Επίσης, χορηγούνται σταθμισμένα διαγνωστικά εργαλεία από το ψυχολόγο, με σκοπό την αξιολόγηση των δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες για την απόκτηση της σχολικής μάθησης, όπως η αντίληψη, η νοητική ικανότητα και η μνήμη.

Για να τεθεί η διάγνωση της δυσλεξίας πρέπει να υπάρχει διαφορά μεταξύ νοητικού δυναμικού και σχολικής επίδοσης.

Θεραπεία

Ο ειδικός παρεμβαίνει στα συμπτώματα που σχετίζονται με την ανάγνωση, την ορθογραφία και τη γραφή και ο μαθητής βελτιώνεται στους τομείς που υστερεί, μέσω ειδικών μεθόδων διδασκαλίας, ανάπτυξης στρατηγικών και οργάνωσης μελέτης.

Κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού προγράμματος πρέπει να καλλιεργείται η κατανόηση των κειμένων, ο εμπλουτισμός του λεξιλογίου, η οργάνωση του γραπτού λόγου, ενώ έμφαση πρέπει να δοθεί στη ψυχολογική στήριξη των μαθητών για την ενίσχυση της αυτοπεποίθησης, προκειμένου να αποφευχθούν δευτερογενείς συναισθηματικές δυσκολίες.

Σχιστίες Διαβάστε περισσότερα

Οι σχιστίες είναι ένα χάσμα - κενό, στη περιοχή του άνω χείλους, στην υπερώα και στη γνάθο, ως αποτέλεσμα αποτυχίας συνένωσης των εμπλεκόμενων δομών του προσώπου κατά την εμβρυική περίοδο. Τα είδη των σχιστιών είναι η  χειλεοσχιστία, η  υπερωιοσχιστία  και η υποβλεννογόνιος  σχιστία.

Η συχνότητα εμφάνισης σχιστιών είναι 1 στις 1.000 γεννήσεις. Στα αγόρια συναντάται συχνότερα η  χειλεοϋπερωιοσχιστία, ενώ στα κορίτσια η μεμονωμένη σχιστία υπερώας.  Τα ακριβή αίτια των σχιστιών δεν είναι γνωστά, θεωρείται όμως ότι υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Η χειρουργική αποκατάσταση των σχιστιών γίνεται συνήθως στον δεύτερο ή στον τρίτο μήνα της ζωής και από ορισμένους χειρουργούς σχιστιών ακόμα και από την πρώτη εβδομάδα.

Η διάγνωση της χειλεοσχιστίας είναι εφικτή από την ενδομήτρια ζωή με τον υπερηχογραφικό έλεγχο. Η προεγχειρητική αξιολόγηση του παιδιού με σχιστία περιλαμβάνει το λεπτομερές ιστορικό και την καλή φυσική εξέταση της στοματικής κοιλότητας, των γνάθων και των χειλέων. Παιδιά με μεγάλη υπογναθία πολλές φορές είναι δύσκολο να διασωληνωθούν και να αποσωληνωθούν. Σε περιπτώσεις  χειλεοσχιστίας με μεγάλη απόκλειση του γναθιαίου τόξου, η τοποθέτηση από την πρώτη μέρα της ζωής steristrip, προκαλεί συμπίεση του εύπλαστου οστού και διευκολύνει την χειρουργική σύγκλειση.

Οι παράγοντες που σχετίζονται με τις διαταραχές της ομιλίας είναι τα συρίγγια και η υπερωιοφαρυγγική ανεπάρκεια, με αποτέλεσμα ο διερχόμενος αέρας να διαφεύγει στη ρινική κοιλότητα αντί να περιορίζεται στην στοματική. Χαρακτηριστικά των σχιστιών στην ομιλία είναι:

Υπερρινικότητα: εμφανίζεται όταν υπερβολική ποσότητα αέρα διαπερνά τη ρινική κοιλότητα. Η υπερρινικότητα συναντάται στα φωνήεντα, κυρίως στα /u/ και /i/και στα σύμφωνα /l/ και /r/. 

Υπορινικότητα: εμφανίζεται όταν μικρή ποσότητα αέρα διαπερνά τη ρινική κοιλότητα, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται η ακουστική παραγωγή των έρρινων φθόγγων.

Ρινική εκπομπή: είναι η διαφυγή αέρα από τη στοματική στη ρινική κοιλότητα, ενώ θα έπρεπε να κατευθύνεται στοματικά. Η ρινική εκπομπή συναντάται στα άηχα σύμφωνα π.χ. [s].

Συχνά τα παιδιά παράγουν γλωττιδικούς και φαρυγγικούς ήχους, καθώς η άρθρωση γίνεται στη περιοχή της γλωττίδας και του φάρυγγα, λόγω αδυναμίας δημιουργίας επαρκούς πίεσης και ροής του αέρα διαμέσου του στόματος. Επίσης, τα σύμφωνα πίεσης όπως το /π/, παράγονται ασθενή.

Η σχιστία μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην ακοή του παιδιού, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της βαρηκοΐας, η οποία κυμαίνεται στο ποσοστό των 50%. Στα  παιδιά με σχιστίες, συχνά παρατηρούνται ανωμαλίες στα δόντια και στη σύγκλιση της γνάθου, με επιπτώσεις στην άρθρωση του παιδιού.

Επιπλέον, τα παιδιά με σχιστίες κάνουν κακή χρήση φωνής καθώς καταβάλλουν υπερβολική προσπάθεια κατά τη φώνηση με αποτέλεσμα την εμφάνιση διαταραχών φωνής.

Τέλος, η εμφάνιση της σχιστίας  μπορεί να έχει αντίκτυπο στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού.

Τραυλισμός Διαβάστε περισσότερα

Ο τραυλισμός είναι διαταραχή στη ροή της ομιλίας, η οποία χαρακτηρίζεται από επαναλήψεις, επιμηκύνσεις και μπλοκαρίσματα.

Ο εξελικτικός τραυλισμός εμφανίζεται κατά διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού και κυρίως σε ηλικία 2-5 ετών.

Το ποσοστό των παιδιών προσχολικής ηλικίας που για κάποιο χρονικό διάστημα εμφανίζουν δυσχέρεια στη ροή της ομιλίας είναι 5%, ενώ έρευνες επισημαίνουν ότι σε ποσοστό 1% ο τραυλισμός έχει παγιωθεί και συνοδεύει τη σχολική και ενήλικη ζωή του ατόμου.

Συναντάται κυρίως στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια με αναλογία 4 προς 1.

Αίτια

Τα αίτια του τραυλισμού δεν είναι σαφή. Ο τραυλισμός θεωρείται ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο. Οι αιτιολογικοί παράγοντες μπορεί να είναι γενετικοί - κληρονομικοί, καθώς σε ποσοστό 40-60% υπάρχει οικογενειακό ιστορικό και περιβαλλοντικοί.

Άλλοι παράμετροι που μπορεί να επηρεάσουν είναι ο λόγος, η γλώσσα και η προσωπικότητα του παιδιού.

Μπορεί να εμφανιστεί και στους ενήλικες νευρογενής επίκτητος τραυλισμός, μετά από παθήσεις όπως εγκεφαλικό επεισόδιο ή κρανιοεγκεφαλική κάκωση ή ψυχογενής επίκτητος τραυλισμός μετά από κάποιο τραυματικό επεισόδιο.

Συμπτώματα

Ο εξελικτικός τραυλισμός εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού και εμφανίζει τα εξής χαρακτηριστικά:

  • Εμφανείς συμπεριφορές, όπου το παιδί κάνει επαναλήψεις ήχων π.χ. « ε-ε-ε-ε-ελα μαμά», συλλαβών «η μπα- μπα –μπάλα έφυγε», μονοσύλλαβων λέξεων «η Μαρία διαβάζει με τη τη τη μαμά» και φράσεων « Ο μπαμπάς – ο μπαμπάς έρχεται» . Επίσης, παρατηρούνται επιμηκύνσεις ηχηρών ή άηχων ήχων π.χ έφαγα φφφφφφαγητό» και μπλοκαρίσματα π.χ. κ…..(παύση)απέλο.

  • Δευτερεύουσες συμπεριφορές, όπου το παιδί εμφανίζει συμπεριφορές διαφυγής και αντιδράει λεκτικά και σωματικά με έντονο κλείσιμο των ματιών, ένταση στους μύες του λαιμού, αύξηση έντασης φωνής και αύξηση ρυθμού ομιλίας. Οι συμπεριφορές αποφυγής, όπου το παιδί όταν νιώθει ότι θα τραυλίσει αποφεύγει καταστάσεις ή λέξεις και το παιδί αντικαθιστά μία λέξη με μία άλλη. Δηλαδή το παιδί αντιδράει στις βασικές – εμφανείς συμπεριφορές του τραυλισμού αποφεύγοντας τις, για να αποφύγει τα επεισόδια τραυλισμού.
  • Τέλος, το άτομο που τραυλίζει παρουσιάζει αρνητικά συναισθήματα και μπορεί να νιώθει ντροπή, φόβο, ενοχές και να έχει αρνητική αντίληψη για τον εαυτό του.

Η αλματώδης ανάπτυξη των γλωσσικών δεξιοτήτων, σε συνδυασμό με περιβαλλοντολογικές και επικοινωνιακές επιδράσεις, μπορούν να οδηγήσουν τα παιδιά σε ηλικία 1,5 – 6 ετών (κυρίως 2 - 3,5 ετών) σε φυσιολογική δυσρυθμία.

Ένα παιδί με φυσιολογική δυσρυθμία, έχει τα εμφανή χαρακτηριστικά του τραυλισμού, όπως επαναλήψεις και επιμηκύνσεις, αλλά δεν εμφανίζει δευτερεύουσες συμπεριφορές, όπως αποφυγή λέξεων , πίεση στη περιοχή του τραχήλου και δεν παρουσιάζει αρνητικά συναισθήματα.

Το παιδί με φυσιολογική δυσρυθμία αργότερα θα έχει φυσιολογική ομιλία. Το παιδί που τραυλίζει εμφανίζει τις εμφανείς συμπεριφορές, οι οποίες είναι πιο συχνές από τη φυσιολογική δυσρυθμία και παραμένουν, με αποτέλεσμα το παιδί να αποκτάει δευτερεύουσες συμπεριφορές και να έχει αρνητικά συναισθήματα.

Πολλά παιδιά που παρουσιάζουν δυσρυθμίες στη προσχολική ηλικία, ξεπερνάνε τις δυσκολίες τους , ακόμη και χωρίς θεραπευτική παρέμβαση.

Οι παράγοντες που ευνοούν την αυθόρμητη ανάρρωση είναι η απουσία ιστορικού τραυλισμού στην οικογένεια, η έναρξη του τραυλισμού πριν τα 3,5 έτη, οι υψηλές φωνολογικές και νοητικές ικανότητες του παιδιού, η διάρκεια του τραυλισμού (εάν τα συμπτώματα του τραυλισμού παραμένουν πάνω από 36 μήνες τότε ο τραυλισμός μπορεί να παγιωθεί).

Ρόλο παίζουν η σοβαρότητα του τραυλισμού και το φύλο, όπου παρατηρείται πιο γρήγορη ανάρρωση στα κορίτσια.

Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την εξέλιξη του τραυλισμού, όπως είναι η γενικότερη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού, η επικοινωνία και η σχέση των μελών της οικογένειας και η αντίδραση τους στο τραυλισμό, οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος, τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή του παιδιού.

Διάγνωση

Ξεκινάμε την αξιολόγηση με τη λήψη ιστορικού, το οποίο περιλαμβάνει ερωτήσεις σχετικά με την έναρξη και την εξέλιξη του τραυλισμού, τι κάνει το παιδί όταν τραυλίζει και πότε γίνεται πιο έντονο το φαινόμενο, αν υπάρχει κληρονομικότητα, πως είναι η προσωπικότητα του παιδιού και η σχέση του με τα άλλα παιδιά.

Σημαντικό είναι να ερευνήσουμε την ύπαρξη επιβαρυντικών περιβαλλοντικών παραγόντων. Η παρατήρηση της αλληλεπίδρασης γονέα – παιδιού, μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ομιλία του παιδιού και των γονέων, για τη μεταξύ τους επικοινωνία και για τις αντιδράσεις των γονέων στις δυσρυθμίες του παιδιού.

Στη συνέχεια, μέσω παιχνιδιού, συλλέγουμε το δείγμα ομιλίας του παιδιού όπου καταγράφουμε τα είδη και τη συχνότητα των δυσρυθμιών, αν υπάρχουν σωματικές συνοδές συμπεριφορές και αν το παιδί αποφεύγει λέξεις.

Η εξερεύνηση των συναισθημάτων του παιδιού είναι πολύ σημαντική για να δούμε εάν το παιδί έχει αποκτήσει αρνητικά συναισθήματα.

Η εκτίμηση των γλωσσικών ικανοτήτων είναι απαραίτητη. Συνεκτιμώντας τις πληροφορίες που συλλέξαμε πρέπει να αποφανθούμε αν πρόκειται για φυσιολογική δυσρυθμία ή τραυλισμό και ποια είναι η σοβαρότητα του.

Θεραπεία

Η θεραπευτική προσέγγιση είναι εξατομικευμένη και ανάλογη με την ηλικία του παιδιού και τη σοβαρότητα του τραυλισμού.

Σε παιδιά προσχολικής ηλικίας που έχουν οριακό τραυλισμού η θεραπεία είναι έμμεση και γίνεται συμβουλευτική εκπαίδευση στους γονείς, ώστε να μετατραπούν οι περιβαλλοντικές και επικοινωνιακές συνθήκες που μπορεί να επηρεάζουν τον τραυλισμό.

Όταν κρίνεται απαραίτητο γίνεται άμεση θεραπεία και το παιδί παρακολουθεί συνεδρίες με το λογοπεδικό. Η αργή ομιλία, η εύκολη έναρξη φώνησης, η απαλή αρθρωτική επαφή, η αναπνευστική υποστήριξη και ο συγχρονισμός αναπνοής φώνησης είναι μερικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται.

Φωνολογικές – Αρθρωτικές διαταραχές Διαβάστε περισσότερα

Η φωνολογική διαταραχή καθορίζει μία δυσκολία του παιδιού στην οργάνωση, εκμάθηση και αναπαράσταση των φθόγγων και του φωνολογικού συστήματος της γλώσσας του.

Ένα παιδί με φωνολογική διαταραχή μπορεί να αρθρώσει σωστά όλους τους φθόγγους της γλώσσας μεμονωμένα, όμως αδυνατεί να τους παράγει σωστά στο επίπεδο της λέξης.

Οι αρθρωτικές διαταραχές σχετίζονται με τη δυσκολία του παιδιού να αρθρώσει ήχους μεμονωμένα και κατ’ επέκταση στις λέξεις.

Για παράδειγμα, το παιδί δε μπορεί να αρθρώσει το /ρ/ και το παραλείπει. Αντί για ρόδα παράγει /όδα/. Τα αίτια των διαταραχών αυτών μπορεί να είναι:

  • Επαναλαμβανόμενες ωτίτιδες: όταν συλλέγεται υγρό στο αυτί μειώνεται η πρόσληψη ακουστικών ήχων και το παιδί δε μπορεί να ακούσει με ακρίβεια τον εαυτό του και τους άλλους.
  • Μειωμένη ακουστική μνήμη - διάκριση: τα παιδιά δυσκολεύονται να συγκρατήσουν αλλά και να διαχωρίσουν φθόγγους, οι οποίοι αρθρώνονται κοντά ο ένας με τον άλλο π.χ. /δ/ - /β/.
  • Γλωσσική καθυστέρηση: ένα παιδί που παρουσιάζει γλωσσική καθυστέρηση είναι πολύ πιθανόν να εμφανίσει και διαταραχές άρθρωσης.
  • Περιβαλλοντικοί παράγοντες: παράγοντες όπως, η διγλωσσία αλλά και η έλλειψη ερεθισμάτων, μπορεί να επηρεάσουν τη φωνολογική ανάπτυξη του παιδιού.
  • Οργανικοί παράγοντες μπορεί να ενοχοποιούνται για την εμφάνιση διαταραχών άρθρωσης, όπως σε περιπτώσεις στοματικών ανωμαλιών (σοβαρές οδοντικές ανωμαλίες ή κοντός χαλινός), βαρηκοΐας, σύνδρομα – σχιστία, καθώς και σε νευρολογικές παθήσεις (δυσαρθρία – δυσπραξία)

Σε ένα παιδί με φωνολογική διαταραχή παρατηρούνται:

  • Αποκοπήπαράλειψη φθόγγου και συλλαβής: /lapa/ αντί για /dulapa/, /oδa/ αντί για /roδa/, /piti/ αντί για /spiti/
  • Αντικατάσταση φωνήματος από ένα άλλο: /tipos/ αντί για /kipos/
  • Αλλοίωση φωνήματος: Το παιδί παράγει ένα φώνημα με παραλλαγμένες φωνητικές ιδιότητες, όπως είναι το πλάγιο /σ/.

Αρχικά, ο λογοπεδικός πρέπει να συλλέξει πληροφορίες από το ιατρικό, αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού και να γνωρίζει την ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας.

Σημαντική πληροφόρηση είναι το επίπεδο της ακοής του παιδιού και εάν έχει γίνει ακοολογικός έλεγχος.

Όσον αφορά στην αξιολόγηση ομιλίας, το παιδί κατονομάζει εικόνες και επαναλαμβάνει προτάσεις, όπου εξετάζονται οι φθόγγοι σε αρχική, ενδιάμεση και τελική θέση μέσα στη λέξη. Στο τέλος, ο λογοπεδικός μπορεί να συλλέξει δείγμα από την αυθόρμητη ομιλία του παιδιού και να ελέγξει τη καταληπτότητα της ομιλίας.

Θεραπεία

Η θεραπεία είναι εξατομικευμένη και οι στόχοι τίθενται ιεραρχικά, βάσει των δομών που θα έπρεπε ήδη να έχει κατακτήσει το παιδί, ακολουθώντας τα στάδια της φυσιολογικής φωνολογικής ανάπτυξης και με φθόγγους που είναι πιο εύκολοι για το παιδί να μιμηθεί, όπως είναι οι πρόσθιοι φθόγγοι /π/, /θ/.

Η θεραπεία γίνεται μπροστά σε καθρέπτη και κατόπιν παροτρύνεται το παιδί στην ορθή παραγωγή του φθόγγου μέσω της μίμησης.

Ένα τυπικό πρόγραμμα αποκατάστασης για μία αρθρωτική διαταραχή συνίστανται στα ακόλουθα στάδια:

  • Εκμάθηση της σωστής εκφοράς του φθόγγου μεμονωμένα,
  • Σε ψευδολέξεις - σε λέξεις (αρχή – μέση – τέλος) - σε προτάσεις,
  • Γενίκευση στον αυθόρμητο λόγο,
  • Παράλληλα γίνεται ακουστική διάκριση του φθόγγου στόχου, με το φθόγγο που αντικαθιστά το παιδί.

Συνήθως, η λογοθεραπεία ξεκινάει σε ηλικία 3,5 – 4 ετών, λαμβάνοντας υπόψη τις δυσκολίες του παιδιού, την αιτία, αλλά και τη δυνατότητα συνεργασίας με το λογοπεδικό.

Σε περιπτώσεις όμως που υπάρχει οργανικότητα, όπως είναι η βαρηκοΐα, η θεραπεία μπορεί να ξεκινήσει νωρίτερα.

Σημαντικό είναι να έχουν αποκατασταθεί οι αρθρωτικές δυσκολίες του παιδιού μέχρι να φοιτήσει στο σχολείο, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος εμφάνισης δυσκολιών στο γραπτό λόγο και στην ανάγνωση . 

Γιατί εμάς

Στο τμήμα Λογοθεραπείας παρέχονται ολοκληρωμένες υπηρεσίες αξιολόγησης στα παιδιά.

Στελεχώνεται από και συνεργάζεται με έμπειρους παιδιάτρους και παιδο- ωτορινολαρυγγολόγους για τη διεπιστημονική αντιμετώπιση των διαταραχών.

Καλύπτεται ένα ευρύ φάσμα διαταραχών που αφορούν τις παθήσεις στα παιδιά και απαρτίζεται από έμπειρο λογοπεδικό.

Υπάρχει εμπειρία και εξειδίκευση, στη διάγνωση και θεραπεία διαταραχών ομιλίας σε σχιστίες της υπερώας, σε συνεργασία με το Κέντρο Αντιμετώπισης Σχιστιών του Χείλους και της Υπερώας.

Επίσης, παρέχεται συμβουλευτική στους γονείς που αποσκοπεί στην ενημέρωση για τη φυσιολογική ανάπτυξη του λόγου και της ομιλίας.

Ιατροί Τμήματος

ΚΟΥΔΟΥΜΝΑΚΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ
Λογοπεδικός

Επιστημονικά Υπεύθυνη του Τμήματος Λογοθεραπείας του Παιδιατρικού Κέντρου Αθηνών

Σπούδασε Γλωσσολογία και συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοθεραπεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκπαιδεύτηκε στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών, στο νοσοκομείο Παίδων, «Η Αγία Σοφία», και στο Ίδρυμα για το Παιδί, «Η Παμμακάριστος».